Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

fureur στα ελληνικά
fureur
λέγεται
φυρέρ
.
fureur
σημαίνει στα ελληνικά
παροξυσμός / θραύση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- rage / fureur : μανία / παραφορά
- fureur guerrière : πολεμικόν μένος
Subscribe
0 Comments


