Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

fuselage στα ελληνικά
fuselage
λέγεται
φυζλάζ
.
fuselage
σημαίνει στα ελληνικά
άτρακτος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- fuselage : άτρακτος
- fuselage : σκάφος
- corps effilé / fuselage effilé : λεπτό σώμα
- fuselage avant : εμπρόσθια άτρακτος / εμπρός τμήμα ατράκτου
- fuselage pincé : άτρακτος με στένωση
- calage fuselage : γωνία πρόσπτωσης σώματος
- feux de fuselage : φώτα ατράκτου
- fuselage arrière : οπίσθια άτρακτος / πίσω τμήμα ατράκτου
- fuselage central : κεντρική άτρακτος / κεντρικό τμήμα ατράκτου
Subscribe
0 Comments


