Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

gaffe στα ελληνικά
gaffe
λέγεται
γκαφ
.
gaffe
σημαίνει στα ελληνικά
γκάφα / γάντζος / faire gaffe προσέχω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- gaffe / autieu : κοντάρι / κοντός λέμβου
- gaffe : γάντζος(κν.) / κοντάρι λέμβου
- gaffe : γάντζος
- gaffe de bâtelier : καμάκι / γάντσος
- bitte pour gaffes : κρίκος δέστρας
- un bateau est poussé à la gaffe : ένα πλοίο προσδένεται
Subscribe
0 Comments


