Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

gag στα ελληνικά
gag
λέγεται
γκαγκ
.
gag
σημαίνει στα ελληνικά
αστείο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- gag / gène gag : γονίδιο gag / γονίδιο ομάδας gag
- milandre / requin-hâ : γαλέος / σκύλος
Subscribe
0 Comments


