Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

gager στα ελληνικά
gager
λέγεται
γκαζέ
.
gager
σημαίνει στα ελληνικά
χρεώνω / χρωστώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- gager / donner en gage : ενεχυριάζω
- sûreté / collatéral : ασφάλεια / πρόσθετη ασφάλεια
- gage : ενέχυρο / εμπράγματη ασφάλεια
- gages : μισθός
- gagé : εξασφαλισμένος με υποθήκη,ενέχυρο,εγγύηση ή άλλη ασφάλεια
- gage / bâton-pilote : ράβδος-πιλότος
- privilège / mise en gage : δικαίωμα παρακράτησης
- mise en gage / nantissement : ενέχυρο / ενεχυριασμός
- prêt sur gage / crédit mobilier : πίστωση επ'ενεχύρω / πίστωση επ'ενεχύρω κινητών αγαθών
- droit de gage : δικαίωμα ενεχύρου
Subscribe
0 Comments


