Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

gagner στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
gagner
λέγεται
γκανιέ
.
gagner
σημαίνει στα ελληνικά
κερδίζω / φθάνω / κυριεύω / βγάζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • chômage / immobilisation : απώλεια χρόνου / απώλεια κέρδους
  • QALY / année de vie ajustée sur la qualité : QALY / ποιοτικώς σταθμισμένο έτος ζωής
  • gagne-pain : μεροκάματο
  • gagne-pain : πρόσωπο που συντηρεί μία οικογένεια
  • actif couru / revenu couru : δεδουλευμένο εισόδημα
  • gagne-petit : μεροκαματιάρης
  • manque à gagner : απώλεια κερδών
  • manque à gagner : απώλεια του κέρδους
  • gagnant-gagnant : αμφίπλευρο κέρδος / επωφελής για όλους
  • manque à gagner / recettes sacrifiées : διαφυγόντα εισοδήματα

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments