Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

gagner στα ελληνικά
gagner
λέγεται
γκανιέ
.
gagner
σημαίνει στα ελληνικά
κερδίζω / φθάνω / κυριεύω / βγάζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- chômage / immobilisation : απώλεια χρόνου / απώλεια κέρδους
- QALY / année de vie ajustée sur la qualité : QALY / ποιοτικώς σταθμισμένο έτος ζωής
- gagne-pain : μεροκάματο
- gagne-pain : πρόσωπο που συντηρεί μία οικογένεια
- actif couru / revenu couru : δεδουλευμένο εισόδημα
- gagne-petit : μεροκαματιάρης
- manque à gagner : απώλεια κερδών
- manque à gagner : απώλεια του κέρδους
- gagnant-gagnant : αμφίπλευρο κέρδος / επωφελής για όλους
- manque à gagner / recettes sacrifiées : διαφυγόντα εισοδήματα
Subscribe
0 Comments


