Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

gale στα ελληνικά
gale
λέγεται
γκαλ
.
gale
σημαίνει στα ελληνικά
ψώρα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- gale : ψώρα
- gale : ψωρίωση γλυκοπατάτας
- fiel / gale : τετηγμένο σουλφάτ
- gale : εσχάρωση / κηλίδωση
- gale : προσκολλημένη κρούστα άμμου στο χυτό
- radesyge / gale norvégienne : νορβηγική ψείρα
- craw-craw / gale filarienne : Craw-Craw
- gale ovine : ψώρα των προβάτων
- myrica gale : ψευδομυρίκη η γαλή
Subscribe
0 Comments


