Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

gamin στα ελληνικά
gamin
λέγεται
γκαμέν
.
gamin
σημαίνει στα ελληνικά
πιτσιρίκος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- gamin : βοηθός
- gamin mécanique / machine à mouiller : μηχανισμός φορμαρίσματος
Subscribe
0 Comments


