Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

garde-fou στα ελληνικά
garde-fou
λέγεται
γκαρντφού
.
garde-fou
σημαίνει στα ελληνικά
στηθαίο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- garde-fou / garde-corps : Kουπαστή
Subscribe
0 Comments


