Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

garder στα ελληνικά
garder
λέγεται
γκαρντέ
.
garder
σημαίνει στα ελληνικά
φυλάω / κρατάω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- garde / piquet : επιφυλακή έκτακτης ανάγκης
- gardes : ψευδόφυλλα
- jeu / garde : Ελεύθερη συναρμογή
- parapet / garde-corps plein : στηθαίο / προστατευτικό στηθαίο
- garde / garde de protection : προφυλακτήρας
- garde : οδηγός μασουριού
- garde / conducteur : ελεγκτής εισιτηρίων κατά τη διάρκεια της διαδρομής
- garde : ψευτόφυλλο μπροστινό και πισινό ψευτόφυλλο χρησιμοποιούμενα σε χαρτόδετα βιβλία
- gardons / MUL : δρομίτσες / πλατίτσες
- guignol / garde écueil : σκορπίνα / σκορπιός
Subscribe
0 Comments


