Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

garrot στα ελληνικά
garrot
λέγεται
γκαρό
.
garrot
σημαίνει στα ελληνικά
δεσμός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- garrot / tourniquet : αιμοστατικός επίδεσμος / ελαστικός επίδεσμος του Esmarch
- garrot : ακρώμιο
- garrot / cabillot : εγκάρσια ράβδος
- garrotter / pose d'un garrot : απολινώ
- HG / hauteur au garrot : ύψος ακρωμίου
- canard garrot / garrot sonneur : κουδουνόπαπια
- garrot arlequin : αρλεκινόπαπια
- laine de garrot : μαλλί ανάμεσα από τους ώμους
- garrot d'Islande : ισλανδική κουδουνόπαπια
- hauteur au garrot : ύψος ακρωμίου
Subscribe
0 Comments


