Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

gaufre στα ελληνικά
gaufre
λέγεται
γκοφρ
.
gaufre
σημαίνει στα ελληνικά
βάφλα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- gaufré : γκοφρέ
- gaufré : γκοφρέ / ανάγλυφα εκτυπωμένος
- gaufrer : εκτυπώνω ανάγλυφα / σχηματίζω προεξοχές σε επιφάνεια
- gaufrer : αποτυπώνω σε ανάγλυφο
- gaufrer : σχηματίζω σχέδια / γκοφράρω με την καλάνδρα πάνω στο ύφασμα
- gaufrée : μελικηρώδες
- gaufrer : γκοφράρω / σχηματογραφώ
- gaufrier / fer à gaufres : σίδερο για τηγανίτες / σίδερο ψησίματος γκόφρας
- gaufreuse / calandre gaufreuse : καλάνδρα για τη δημιουργία κυματοειδούς επιφάνειας
- cire gaufrée / cire de fondation : τεχνητό φύλλο κηρήθρας
Subscribe
0 Comments


