Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

gaver στα ελληνικά
gaver
λέγεται
γκαβέ
.
gaver
σημαίνει στα ελληνικά
χορταίνω / μπουκώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- gaver : αναγκαστική πάχυνση
- gave / torrent : χείμαρρος
- oie gavée : παχειά χήνα
- machine à gaver : μηχανή πάχυνσης / ταϊστρα πάχυνσης
Subscribe
0 Comments


