Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

gélule στα ελληνικά
gélule
λέγεται
ζελύλ
.
gélule
σημαίνει στα ελληνικά
κάψουλα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- gélule / Capsule : Καψάκιο
- gélule : Καψάκιο, σκληρό
- gélule / capsule de gélatine : καψάκιο ζελατίνης / κάψουλα από ζελατίνα (Deprecated)
- Gélule vaginale : Κολπικό καψάκιο, σκληρό
- gélule gastro-résistante / gélule gastro-résistante dure : γαστροανθεκτικό καψάκιο, σκληρό
- Gélule à libération modifiée : Καψάκιο ελεγχόμενης αποδέσμευσης, σκληρό
- Gélule à libération prolongée : Καψάκιο παρατεταμένης αποδέσμευσης, σκληρό
- gélule à libération prolongée : σκληρό καψάκιο παρατεταμένης αποδέσμευσης
- Poudre pour inhalation en gélule : Κόνις για εισπνοή, σκληρό καψάκιο
Subscribe
0 Comments


