Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

gelure στα ελληνικά
gelure
λέγεται
ζλυρ
.
gelure
σημαίνει στα ελληνικά
κρυοπάγημα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- gelure / congélation : ψύξη / κρυοπάγημα
- gelure : παγοραγάς
- gelure estivale : καλοκαιρινή παγοραγάς
- gelure automnale : πρώιμος παγοραγάς
- gelure printanière : εαρινή παγοραγάς
- gangrène par gelure : παγογάγγραινα / γάγγραινα από ψύξη
- gelure des bourgeons : πάγημα οφθαλμών
- induration par gelure : σκλήρυνση με πήξη
- érythème de la gelure : παγοερύθημα
Subscribe
0 Comments


