Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

génération στα ελληνικά
génération
λέγεται
ζενερασιόν
.
génération
σημαίνει στα ελληνικά
γενιά
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- génération : γενεά
- génération : γενιά
- génération : Γενιά
- génération : αναδημιουργία
- génération : γένεση / δημιουργία
- génération : κύλιση
- génération / intervalle de génération : γενεά / χρόνος γενεάς
Subscribe
0 Comments


