Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

gibier στα ελληνικά
gibier
λέγεται
ζιμπιέ
.
gibier
σημαίνει στα ελληνικά
θήραμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- gibier : θηράματα (κυνήγι
- gibier / venaison : θήραμα / κυνήγι
- gibier : Θήραμα θηράματα κυνήγι
- gibier : θηράματα (κυνήγι)
- gibier / viande de chasse : θήραμα
- gagnage / culture à gibier : βοσκότοπος θηραμάτων
- gros gibier : κυνήγι μεγάλων θηραμάτων(χοντρό κυνήγι)
- grand gibier : μεγάλα θηράματα
- gibier d'eau : υδρόβια θηράματα
- petit gibier : κυνήγι μικρών θηραμάτων
Subscribe
0 Comments


