Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

gingivite στα ελληνικά
gingivite
λέγεται
ζενζιβίτ
.
gingivite
σημαίνει στα ελληνικά
ουλίτιδα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- gingivite toxique : τοξική ουλίτις
- gingivite expulsive : οστεοπεριοστίτις του οδόντος που προκαλεί βαθμιαία την απόπτωσή του
- gingivite marginale : παραχείλιος ή αφοριστική ουλίτις
- gingivite ulcéreuse : ελκώδης ουλίτις / ελκογαγγραινώδης ουλίτις
- gingivite catarrhale : καταρροϊκή ουλίτις
- gingivite gravidique : ουλίτις της κυήσεως
- gingivite herpétique : ερπητοειδής ουλίτις
- gingivite nécrotique : νεκρωτική ουλίτις
- gingivite herpétique : ερπητική ουλίτις
- gingivite hémorragique : αιμορραγική ουλίτις
Subscribe
0 Comments


