Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

girouette στα ελληνικά
girouette
λέγεται
ζιρουέτ
.
girouette
σημαίνει στα ελληνικά
ανεμοδείκτης / ανεμοδούρι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- girouette : ανεμοδείκτης / δείκτης καιρού
- girouette : ανεμοδείκτης
- girouette : εκτροπόμετρο / μετρητής εκτροπών
- voler face au vent / s'orienter par effet girouette : ορτσάρω / ίπταμαι προς τον αέρα
- girouette d'incidence : πτερυγίδιο αισθητήρα γωνίας προσβολής
- stabilité en girouette : ανεμουρική ευστάθεια
- girouette anémométrique : Ανεμομετρικός ανεμοδείκτης
Subscribe
0 Comments


