Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

glaïeul στα ελληνικά
glaïeul
λέγεται
γκλαγέλ
.
glaïeul
σημαίνει στα ελληνικά
γλαδιόλα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- glaïeul : γλαδιόλα
- thrips du glaieul : θριψ του γλαδιόλου
- glaieul des moissons : μεγάλη μαχαιρίδα / γλαδίολος ο αρουραίος
- rouille transverse du glaïeul : σκωρίαση του γλαδíολου(Uromyces transversalis)
Subscribe
0 Comments


