Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

gland στα ελληνικά
gland
λέγεται
γκλαν
.
gland
σημαίνει στα ελληνικά
βαλανίδι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- gland : βελανίδι
- gland : κόμπος σε σχήμα βαλανιδιού
- gland : ξύλινο σφυρί
- gland / gland de la verge : βάλανος / βάλανος του πέους
- gland de terre / amande de terre : κίτρινη κύπερη / κύπειρος ο εδώδιμος
- café de glands : καφές βαλάνων
- gland pour cordon : βάλανος για κορδόνι
- gland du clitoris : βάλανος της κλειτορίδος
- balanin des glands : βαλανίνος της βαλανιδιάς
Subscribe
0 Comments


