Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

glauque στα ελληνικά
glauque
λέγεται
γκλοκ
.
glauque
σημαίνει στα ελληνικά
ξεθωριασμένος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- palomine / liche glauque : λίτσα
- jonc courbe / jonc glauque : γιούγκος ο γλαυκός
- arbre du castor / magnolier glauque : μαγνόλια η γλαυκή
- sétaire glauque : σετάρια η γλαυκόχρους
- chénopode glauque : χηνοπόδιο το γλαυκό
Subscribe
0 Comments


