Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

gommage στα ελληνικά
gommage
λέγεται
γκομάζ
.
gommage
σημαίνει στα ελληνικά
σβήσιμο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- gommage : συσσωμάτωση με κόλλα
- gommage : επάλειψη με κόλλα
- gommage : γομάρισμα
- gommage : σβήσιμο (με γομολάστιχα)
- agent de gommage : εξαλειπτικό μέσον
- machine à gommage : κολλαρίστρα
- collage du segment / gommage du segment : άρπαγμα ελατηρίων εμβόλου / κόλλημα ελατηρίων εμβόλου
Subscribe
0 Comments


