Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

gonflement στα ελληνικά
gonflement
λέγεται
γκονφλεμάν
.
gonflement
σημαίνει στα ελληνικά
φούσκωμα / διόγκωμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
