Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

goût στα ελληνικά
goût
λέγεται
γκου
.
goût
σημαίνει στα ελληνικά
γεύση / γούστο / όρεξη
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- goût / saveur : γεύση
- goût / sens gustatif : αισθητήριο γεύσης
- fox / foxé : αλεπουδίλα / γεύση αλεπούς
- net / franc de gout : έντιμος
- fumeux / gout de fumée : γεύση καπνιστού
- alliacé / goût d'ail : οσμή σκόρδου / γεύση σκόρδου
- alliacé / goût d'ail : γεύση σκορόδου
- faux-goût : ανεπιθύμητη γεύση
- goût salé : αλμυρή γεύση
- goût amer : πικρή γεύση
Subscribe
0 Comments


