Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

goutter στα ελληνικά
goutter
λέγεται
γκουτέ
.
goutter
σημαίνει στα ελληνικά
στάζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- rainout / piégeage : έκπλυση/κατακρήμνιση ατμοσφαιρικών ρύπων λόγω βροχής
- bouchon / compte-gouttes : πώμα-σταγονόμετρο
- cratère / goutte avec cratère : κρατήρας από σταγονίδια κασσιτέρου
- étanche / protégé contre les gouttes d'eau : υπόστεγος / επιστεγασμένος
- diamant / ressuage interne : εσωτερική εφίδρωση
- "goutte" / taches bactériennes : βακτηριακές κηλίδες
- "goutte" : βακτηριακή σταγόνα
- goutte / paraison : στάγμα
- goutte : σταγόνα γυαλιού
- goutte / gouttage(B) : στάγμα θόλου
Subscribe
0 Comments


