Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

graisse στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
graisse
λέγεται
γκρες
.
graisse
σημαίνει στα ελληνικά
λίπος / γράσος / πάχος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • huile / graisse : λιπαντικό / λιπαντικός παράγοντας
  • graisse / graisse lubrifiante : γράσσο / λιπαντικό γράσσο
  • graisse : πάχυνση
  • sweetfat / graisse alimentaire sucrée : βρώσιμο λίπος με ζάχαρη
  • écrémage / déshuilage : απομάκρυνση ελαίων και λιπαντικών
  • graisser / lubrifier : λιπαίνω
  • suint / graisse de la laine : οισύπη / λίπος ερίου
  • graisseur / pompe à graisse : αντλία γράσου
  • onctuosité / pouvoir graissant : λιπαντικότητα

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments