Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

grange στα ελληνικά
grange
λέγεται
γκρανζ
.
grange
σημαίνει στα ελληνικά
αχυρώνας
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- grange / grenier : αποθήκη / αχυρώνας
- fenil / grange à foin : χορτοβολώνας
- engranger / mettre en grange : αποθηκεύω σε σιτοβολώνα
- fanage artificiel / fanage par ventilation en grange : τεχνητή ξήρανση χόρτου / ξήρανση με κυκλοφορία ξηρού αέρα στην αποθήκη
- séchage en grange / séchage par ventilation en grange : ξήρανση στη σιταποθήκη / ξήρανση με εξαερισμό στη σιταποθήκη
- allergie des granges : αλλεργία του σιτοβολώνα
- grange à deux étages : αποθήκη δύο ορόφων / αποθήκη με υπόγειο
- séchage du foin en grange : ξήρανση του αχύρου στην αποθήκη / ξήρανση του αχύρου στον αχυρώνα
- séchoir de foin en grange : ξηραντήριο σανού στο σιτοβολώνα / ολλανδικό σύστημα ξήρανσης σανού
Subscribe
0 Comments


