Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

greffier στα ελληνικά
greffier
λέγεται
γκρεφιέ
.
greffier
σημαίνει στα ελληνικά
γραμματέας δικαστικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- greffier : Γραμματέας
- greffier : clerk
- greffier : γραμματέας
- greffier adjoint : βοηθός γραμματέας
- greffier adjoint : βοηθός γραμματέα
- greffier adjoint : Βοηθός Γραμματέας
- greffier de la cour / greffier du tribunal : γραμματέας του επιληφθέντος δικαστηρίου
- greffier de la Cour : γραμματέας του Δικαστηρίου
Subscribe
0 Comments


