Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

grelot στα ελληνικά
grelot
λέγεται
γκρελό
.
grelot
σημαίνει στα ελληνικά
κουδούνα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- bruit de grelot : ήχος κουδουνιού
- grelot pour animaux : μικρό σφαιρικό κουδουνάκι με σφαιρίδιο για ζώα
- grelot avertisseur sur piquet : προειδοποιητικό κουδούνι πάνω σε πασσαλίσκο
Subscribe
0 Comments


