Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

grincement στα ελληνικά
grincement
λέγεται
γκρενσμάν
.
grincement
σημαίνει στα ελληνικά
τρίξιμο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- brycomanie / grincement de dents : τρισμός οδόντων
- anti-bruit / anti-grincement : κατά του θορύβου / κατά του τριξίματος
- grincement de freinage : τρίξιμο του φρένου
Subscribe
0 Comments


