Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

gros στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
gros
λέγεται
γκρο
.
gros
σημαίνει στα ελληνικά
χοντρός / παχύς / μεγάλος / gros temps κακοκαιρία / πολλά
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • gros : παχύς / λιπαρός
  • UGB / unité de gros bétail : ΜΜΖ / μονάδα μεγάλου ζώου
  • maïs / gaude : καλαμπόκι
  • fève / fèverole : κουκί / φούλια
  • LASU / accord sectoriel pour les avions gros porteurs : LASU / Τομεακή συμφωνία για τα μεγάλα αεροσκάφη
  • \LUM / lompe : κοτόψαρο
  • règlement concernant l'intégrité et la transparence du marché de gros de l'énergie / REMIT : Κανονισμός για την ακεραιότητα και τη διαφάνεια στη χονδρική αγορά ενέργειας
  • fève / féverole : κουκιά
  • lompe / MUL : LUM / κοτόψαρο
  • patudo / thon obèse : τόνος μεγαλόφθαλμος

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments