Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

grossissement στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
grossissement
λέγεται
γκροσισμάν
.
grossissement
σημαίνει στα ελληνικά
μεγάλωμα / μεγέθυνση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • grossissement du point : άπλωμα της κουκίδας
  • bassin de grossissement : δεξαμενή πάχυνσης
  • sélecteur de grossissement : επιλογέας μεγέθυνσης
  • intervalle de grossissement : έκταση μεγέθυνσης
  • grossissement d'une lunette : μεγένθυνση τηλεσκοπίου
  • engraissement des poissons : πάχυνση των ψαριών
  • grossissement critique du grain : κρίσιμη μεγέθυνση κόκκων
  • grossissement critique du grain / fragilité due au grossissement du grain : κρίσιμη μεγέθυνση κόκκων
  • recuit en vue du grossissement du grain : ανόπτηση κοκκοδιόγκωσης
  • grossissement des précipités de cémentite : εκτράχυνση των κατακρημνισμάτων σεμεντίτη

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments