Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

guérison στα ελληνικά
guérison
λέγεται
γκεριζόν
.
guérison
σημαίνει στα ελληνικά
γιατρειά
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- guérison / récupération : ανάρρωση
- guérison : ίαση / θεραπεία
- guérison par la foi : θεραπεία ή ίασις διά της πίστεως ή των προσευχών
- taux absolu de guérison : απόλυτος δείκτης θεραπείας
- guérison par attouchement : ίασις δι'επαφής
- guérison de cinq ans de survivance / guérison de cinq ans de survivance après carcinothérapie : πεντάχρονη ανάρρωσις επιβίωσης μετά από καρκινοθεραπεία
- guérison de consolidation de lésion : αποθεραπεία ενός σταθεροποιημένου τραύματος
- arthrodèse à guérison par compression : αρθρόδεσις υπό συμπίεση
Subscribe
0 Comments


