Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

guidon στα ελληνικά
guidon
λέγεται
γκιντόν
.
guidon
σημαίνει στα ελληνικά
τιμόνι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- guidon : τιμόνι
- guidon : σημαία εταιρίας
- gardon / rousse : τσιρώνι (Preferred) / ασπρίτσα
- jalon d'arrêt / guidon d'arrêt : πινακίδιο στάσης / ενδεικτική πινακίδα στάσης
- tige de guidon / potence de guidon : στέλεχος στήριξης του τιμονιού
- guidon de visée : σκοπευτικό
- guidon, côté droit : τιμόνι: δεξιά πλευρά
- guidon, côté gauche : τιμόνι: αριστερή πλευρά
- guidon, vers l'avant : τιμόνι: εμπρόσθιο
Subscribe
0 Comments


