Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

halte στα ελληνικά
halte
λέγεται
αλτ
.
halte
σημαίνει στα ελληνικά
στάση / αλτ / τέρμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- halte / point d'arrêt : στάση / σημείο στάσης
- abreuvoir / halte-abreuvoir : στάση για το πότισμα ζώων
- point d'arrêt / halte non gardée : κλειστή στάση / κλειστός σταθμός
- halte-garderie / service de garderie : παιδικός σταθμός
- halte de facteur : στάση ταχυδρομικού διανομέα
- haltes garderies : σταθμός με μειωμένο ωράριο / βρεφικός σταθμός με μειωμένο ωράριο
- halte conditionnée : υπό συνθήκη σημείο διακοπής
Subscribe
0 Comments


