Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

hangar στα ελληνικά
hangar
λέγεται
ανγκάρ
.
hangar
σημαίνει στα ελληνικά
υπόστεγο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- hangar : υπόστεγο
- hangar : στέγαστρο
- hangar : υπόστεγο αεροσκαφών
- hangar fermé : κλειστό υπόστεγο
- hangar à foin / hangar à récolte : αχυρώνας
- hangar à wagons / remise à wagons : υπόστεγο φορτηγών
- hangar d'alerte : υπόστεγο ετοιμότητας
Subscribe
0 Comments


