Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

haricot στα ελληνικά
haricot
λέγεται
αρικό
.
haricot
σημαίνει στα ελληνικά
φασόλι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- haricot : φασόλι
- haricot : νεφροειδές / λεκανίδιο σχήματος νεφρού
- haricot / haricot commun : φασόλι το κοινό
- phasine / toxine de l'haricot : δηλητήριο φασολιών
- haricot dolique / pois yeux noirs : βίγνα η σινική / δόλιχος η σινική
- mongas / haricot velu : mongas / φασόλι velu
- pois sabre / pois-sabre : καναβαλία η ξιφιόκαρπος / καναβαλία η σπαθόμορφος
- anthracnose / anthracnose du haricot : ανθράκωση του φασολιού
- haricot nain : φασόλι ο νάνος / φασίολος ο κοινός
- haricot kunde / dolique mongette : βίγνα η κατγιάγγ
Subscribe
0 Comments


