Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

hâter στα ελληνικά
hâter
λέγεται
ατέ
.
hâter
σημαίνει στα ελληνικά
γρηγορεύω / se hâter βιάζομαι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- hâter l'expédition : επισπεύδω την αποστολή / επιταχύνω την αποστολή
Subscribe
0 Comments


