Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

hématome στα ελληνικά
hématome
λέγεται
εματόμ
.
hématome
σημαίνει στα ελληνικά
αιμάτωμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- hématome : αιμάτωμα
- hématome-môle / môle de Breus : μύλη κύηση Breus
- HED / hématome extra-dural : επισκληρίδιο αιμάτωμα
- HSD / hématome sous-dural : υποσκληρίδιο αιμάτωμα
- hématome pelvien : πυελικό αιμάτωμα
- hématome scrotal : αιμάτωμα οσχέου
- hématome vaginal : κολπικό αιμάτωμα
- hématome vulvaire : αιδοιικό αιμάτωμα
- hématome kistique : κυστικό αιμάτωμα
Subscribe
0 Comments


