Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

herbe στα ελληνικά
herbe
λέγεται
ερμπ
.
herbe
σημαίνει στα ελληνικά
χόρτο / χορτάρι / βότανο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- herbe / pâture : νομή / χόρτο
- herbe : γρασίδι
- herbe / bruit de fond : θόρυβος βάθους
- herbe : χόρτο
- herbe : πόα / χόρτο
- herbe : αγρωστώδη
- H / pot : χόρτο
- herbe / marijuana : μαριχουάνα
- gaude / herbe à jaunir : ώχρα / ώχρηστα
- cran / cranson : Κοχλιάρια αρμοράκια
Subscribe
0 Comments


