Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

hérisser στα ελληνικά
hérisser
λέγεται
ερισέ
.
hérisser
σημαίνει στα ελληνικά
γατσιάζω / σηκώνω την τρίχα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- hérissons : ακανθόχοιροι / σκαντζόχοιροι
- pied hérissé : φρικιών πους
- esca / stéréum hérissé : ίσκα
- gesse hérissée : λάθυρος ο αδρότριχος
- vesce hérissée : βικία η αδρότριχος
- laiche hérissée : κάρηξ ο λάσιος
- crépide hérissée / barkhausia à soie : κρεπίς η τριχωτή / κρηπίς η τριχωτή
- cynosure hérissé / crêtelle hérissée : κυνόσουρος / κυνόσουρα η εχινοειδής
- luzerne hérissée : μηδική η πολύκαρπη
- guimauve hérissée : αλθαία η αδρότριχος
Subscribe
0 Comments


