Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

hérisson στα ελληνικά
hérisson
λέγεται
ερισόν
.
hérisson
σημαίνει στα ελληνικά
σκαντζόχοιρος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- hérisson : θάλαμος "σκαντζόχοιρος"
- hérisson : θεμελίωση με λιθόστρωση
- hérisson : ψήκτρα αγωγού
- hérisson : ακανθώδης κύλινδρος
- furet / piston : αποξέστης
- hérissons : ακανθόχοιροι / σκαντζόχοιροι
- raie hérisson / MUL : ράσα / βάτος
- raie-hérisson / MUL : σκαντζόχοιρος του Aκρωτηρίου
- hérisson mobile / dispositif d'épandage mobile : κινούμενος ακανθώδης κύλινδρος
Subscribe
0 Comments


