Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

héritier στα ελληνικά
héritier
λέγεται
εριτιέ
.
héritier
σημαίνει στα ελληνικά
κληρονόμος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- héritier : κληρονόμος
- héritier / héritier légal : κληρονόμος εκ του νόμου
- indivision / communauté d'héritiers : ιδιοκτησία
- réservataire / héritier réservataire : δικαιούχος νομίμου μοίρας
- capacité d'hériter / capacité de succéder : ιδιότητα κληρονόμου / κληρονομική ικανότητα
- héritier réservataire : δικαιούχος νόμιμης μοίρας
- certificat successoral européen / certificat d'hérédité européen (Obsolete) : ευρωπαϊκό κληρονομητήριο
- droits à recueillir la succession / droits de l'héritier sur la succession : δικαιώματα αποδοχής της κληρονομίας / δικαιώματα του κληρονόμου επί της κληρονομίας
Subscribe
0 Comments


