Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

hermaphrodite στα ελληνικά
hermaphrodite
λέγεται
ερμαφροντίτ
.
hermaphrodite
σημαίνει στα ελληνικά
ερμαφρόδιτος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- hermaphrodite : ερμαφρόδιτος
- androgyne / hermaphrodite : ανδρόγυνος / ερμαφρόδιτος
- ion mixte / zwittérion : αμφοτεριόν / διπολικό ιόν
- compas à centrer / compas hermaphrodite : διαβήτης εύρεσης του κέντρου κυκλικού σώματος
- porc hermaphrodite : ερμαφρόδιτος χοίρος
- fleur hermaphrodite : ερμαφρόδιτο άνθος
- contact hermaphrodite : ερμαφροδιτική επαφή
- connecteur hermaphrodite : ερμαφροδιτικό βύσμα
Subscribe
0 Comments


