Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

herser στα ελληνικά
herser
λέγεται
ερσέ
.
herser
σημαίνει στα ελληνικά
φρεζάρω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- weeder / désherbeuse : οδοντωτή σβάρνα με εύκαμπτα μακριά δόντια
- herse : σβάρνα / βωλοκόπος
- herse / couvercle à battes fixes : σταθερή πλάκα καθαρισμού
- patin / sabot de herse : πέλμα σβάρνας
- float / niveleuse : ισοπεδωτής / ισοπεδωτικό μηχάνημα εδάφους
- coupe-cul / erse de cul : κοψαδούρος
- sol hersé : σβαρνισμένο έδαφος
- émotteuse / herse émotteuse : βωλοκόπος / σβάρνα-βωλοκόπος
- ébouseuse / herse ébouseuse : σβάρνα-διασκορπιστής κοπριάς και λιπασμάτων
- néphoscope / herse néphoscopique : νεφοσκόπιο
Subscribe
0 Comments


