Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

hollandais στα ελληνικά
hollandais
λέγεται
ολανντέ
.
hollandais
σημαίνει στα ελληνικά
Ολλανδός / ολλανδικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- vis de rappel / raccord hollandais : διακόπτης
- boîte à sciure / four hollandais : θάλαμος καύσεως / Ολλανδικός κλίβανος
- pile hollandaise : ολλανδική στήλη
- ruban hollandais : ταινία λινή
- brique vitrifiée / brique de mâchefer : ολλανδική οπτόπλινθος
- pile hollandaise : δεξαμενή πολτοποίησης
- pile hollandaise : ολλανδική δεξαμενή
- roulis hollandais : "Ολλανδική περιστροφή"
- maladie de l'orme / graphiose de l'orme : κερατοκύστις της πτελέας
- voilier hollandais : ολλανδικό ιστιοφόρο
Subscribe
0 Comments


