Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

homologation στα ελληνικά
homologation
λέγεται
ομολογκασιόν
.
homologation
σημαίνει στα ελληνικά
πατεντάρισμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- homologation : πιστοποίηση
- homologation : έγκριση (τύπου)/επικύρωση
- homologation : ικανότης
- homologation : έγκριση τύπου στοιχείου
- homologation : έγκριση
- homologation : ·έγκριση τύπου
- réception CEE / homologation CEE : έγκριση EOK
- essai préalable / essai d'homologation : δοκιμασία ικανότητας
- fiche de réception / certificat d'homologation : πιστοποιητικό έγκρισης τύπου
- essai de réception / essai d'acceptation : δοκιμή αποδεξιμότητας
Subscribe
0 Comments


