Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

humidité στα ελληνικά
humidité
λέγεται
υμιντιτέ
.
humidité
σημαίνει στα ελληνικά
υγρασία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- humidité : υγρασία
- humidité / degré d'humidité : επί τοις εκατό υγρασία / περιεκτικότητα σε νερό
- hygrostat / humidostat : υγροστάτης / ρυθμιστής της υγρασίας
- eau libre / humidité brute : ελεύθερο νερό
- papier WS / papier résistant à l'humidité : Χαρτί ανθεκτικό στην υγρασία
- humidimètre / doseur d'humidité : υγρασιόμετρο / συσκευή μέτρησης υγρασίας
Subscribe
0 Comments


