Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

hydraulique στα ελληνικά
hydraulique
λέγεται
ιντρολίκ
.
hydraulique
σημαίνει στα ελληνικά
υδραυλικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- hydraulique / génie hydraulique : υδραυλική μηχανική/έργα υδραυλικού μηχανικού
- hydraulique : υδραυλική
- hydraulique : Υδραυλικός
- purge d'air / purge des freins : εξαέρωση υδραυλικού κυκλώματος φρένων
- hydrofourche / chargeur hydraulique : υδραυλικός φορτωτής
- hydropelle / pelle hydraulique : υδραυλικό φτυάρι / υδραυλικός εκσκαφέας
- suspension : ανάρτηση
- crocodile / coin hydraulique : κροκόδειλος / υδραυλική σφήνα
- hydro-tir / tir hydraulique : υδραυλική ανατίναξη
Subscribe
0 Comments


